ΠΟΓΕΔΥ: «Από τα «βιολογικά» στα οικολογικά σχήματα – Ένα ενιαίο σύστημα στρεβλώσεων, ευθυνών και διακινδύνευσης κοινοτικών πόρων»
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) αναγκάζεται να παρέμβει εκ νέου δημόσια, με αίσθημα ευθύνης αλλά και με σαφή πρόθεση να αποτυπώσει την πραγματικότητα χωρίς ωραιοποιήσεις, μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις για τη διαχείριση των οικολογικών σχημάτων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ από το 2023 και εντεύθεν, τα οποία βρίσκονται ήδη στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά κεραυνό εν αιθρία. Αντιθέτως, αποτελεί την αναμενόμενη κατάληξη ενός συστήματος που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια μέσα από διαδοχικές επιλογές οι οποίες αποδυνάμωσαν την ουσιαστική εποπτεία, απομάκρυναν τον επιστημονικό έλεγχο από τον πυρήνα της εφαρμογής και άφησαν τη διαχείριση κρίσιμων κοινοτικών πόρων εκτεθειμένη σε στρεβλώσεις. Η ΠΟΓΕΔΥ έχει εγκαίρως και επανειλημμένα προειδοποιήσει για αυτή την πορεία. Από την υπόθεση των βιολογικών μέχρι το καθεστώς πιστοποίησης και τους ελέγχους, είχε καταδείξει ότι συγκροτείται ένα ενιαίο πλαίσιο προβληματικής λειτουργίας, στο οποίο η ευθύνη διαχέεται, οι έλεγχοι υποβαθμίζονται και η διαφάνεια μετατρέπεται σε ζητούμενο.
Σήμερα αποδεικνύεται ότι τα οικολογικά σχήματα δεν ήταν μια «νέα ευκαιρία» για την αγροτική πολιτική, αλλά η συνέχεια του ίδιου προβληματικού μοντέλου. Η διοικητική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε γύρω από τα αγροπεριβαλλοντικά μέτρα και τα συστήματα ποιότητας δεν λειτούργησε ως ένα συνεκτικό σύστημα ελέγχου, αλλά ως ένας μηχανισμός κατακερματισμού αρμοδιοτήτων. Οι εμπλεκόμενες δομές – υπηρεσίες του ΥπΑΑΤ, όπως η Διεύθυνση Συστημάτων Ποιότητας και Βιολογικής Γεωργίας, εποπτευόμενοι οργανισμοί όπως ο πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και το πλέγμα των ιδιωτικών φορέων πιστοποίησης – κινήθηκαν σε ένα πλαίσιο όπου η πλήρης εποπτεία δεν ανήκει σε κανέναν και η τελική ευθύνη μετακυλύετε διαρκώς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ανακατανομές πόρων στα οικολογικά σχήματα (π.χ με τις αποφάσεις των πρώην Υπουργών Αυγενάκη και Τσιάρα) και οι παρεμβάσεις στον αρχικό σχεδιασμό τους γεννούν εύλογα και σοβαρά ερωτήματα. Όταν ένα εργαλείο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής που σχεδιάστηκε με σαφή περιβαλλοντικό προσανατολισμό μεταβάλλεται στην πράξη ως προς τη στόχευσή του, όταν πόροι μετακινούνται από δράσεις υψηλής περιβαλλοντικής αξίας προς άλλες με περιορισμένη ή αμφίβολη αποτελεσματικότητα και όταν οι ωφελούμενοι εμφανίζουν έντονη γεωγραφική συγκέντρωση που δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με τεχνικά κριτήρια, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ζητήματα «διαχείρισης». Πρόκειται για πολιτικές επιλογές με σαφή κατεύθυνση, οι οποίες διαμόρφωσαν στην πράξη το αποτέλεσμα.
Είναι πλέον εμφανές ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες ούτε αποσπασματικές, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου η διοίκηση δεν λειτούργησε ως ανεξάρτητος και αξιόπιστος μηχανισμός εφαρμογής των κανόνων, αλλά ως πεδίο στο οποίο οι κανόνες μεταβάλλονται εκ των υστέρων. Και αυτό είναι ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό, το οποίο δεν μπορεί να «μεταφραστεί» ούτε να αποδοθεί σε τεχνικά επίπεδα ή σε επιμέρους διοικητικά σφάλματα.
Η εμπειρία από τα προγράμματα βιολογικής γεωργίας είχε ήδη αναδείξει τα αδιέξοδα. Εκεί, οι έλεγχοι ενεργοποιήθηκαν καθυστερημένα και υπό πίεση, εντοπίστηκαν εκτεταμένες προβληματικές αιτήσεις και πιστοποιήσεις, ενώ το ίδιο το σύστημα τέθηκε υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Η απομάκρυνση των δημόσιων γεωτεχνικών υπηρεσιών από τον επιχειρησιακό πυρήνα και η ανάθεση κρίσιμων λειτουργιών σε ένα πολυδιάσπαρτο σχήμα φορέων οδήγησε, με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, σε διοικητική απορρύθμιση. Σήμερα, στα οικολογικά σχήματα, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται, με μεγαλύτερους οικονομικούς όγκους και σοβαρότερες πιθανές επιπτώσεις.
Το ζήτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν αστοχίες. Το ζήτημα είναι αν το ίδιο το μοντέλο μπορεί να διασφαλίσει τη νομιμότητα και τη διαφάνεια. Όταν η διαχείριση των πόρων διέρχεται μέσα από πολλαπλά επίπεδα χωρίς σαφή έλεγχο, όταν οι διαδικασίες βασίζονται κυρίως σε δηλώσεις και λιγότερο σε ουσιαστική επαλήθευση και όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί παρεμβαίνουν εκ των υστέρων αντί να προλαμβάνουν, τότε το πρόβλημα είναι δομικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το δημόσιο και ιδίως το κοινοτικό χρήμα δεν προστατεύεται επαρκώς.
Οι κίνδυνοι είναι πλέον ορατοί. Η χώρα εκτίθεται σε σοβαρό ενδεχόμενο δημοσιονομικών διορθώσεων, υπονομεύεται η αξιοπιστία της έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών και, το σημαντικότερο, διαμορφώνεται μια βαθιά άδικη συνθήκη για τους παραγωγούς που λειτουργούν με συνέπεια. Υπάρχει ορατός κίνδυνος να βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνέπειες ενός συστήματος το οποίο δεν επέλεξαν και δεν διαμόρφωσαν.
Η ΠΟΓΕΔΥ θεωρεί ότι δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για υπεκφυγές, γενικόλογες διαπιστώσεις ή αποσπασματικές διορθώσεις. Απαιτείται πλήρης και σε βάθος διερεύνηση των παρεμβάσεων που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, με σαφή και απερίφραστο προσδιορισμό ευθυνών σε όλα τα επίπεδα – πολιτικά, διοικητικά και οργανωτικά. Παράλληλα, είναι αναγκαία η συνολική επανεξέταση του μοντέλου διαχείρισης, με ενιαία προσέγγιση που θα καλύπτει το σύνολο του πλαισίου των γεωργοπεριβαλλοντικών δράσεων, από τα βιολογικά έως τα οικολογικά σχήματα και το σύστημα πιστοποίησης.
Κεντρικός πυλώνας αυτής της αλλαγής δεν μπορεί παρά να είναι η επαναφορά του δημόσιου ελέγχου σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ενίσχυση των γεωτεχνικών υπηρεσιών, η αποκατάσταση του επιστημονικού χαρακτήρα των ελέγχων και η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας. Ταυτόχρονα, απαιτείται πραγματική διαφάνεια στη διαχείριση των ενισχύσεων και ουσιαστική σύνδεσή τους με την πραγματική παραγωγή, ώστε να αποτραπούν φαινόμενα που απαξιώνουν συνολικά το σύστημα.
Η ΠΟΓΕΔΥ δεν διεκδικεί τον ρόλο του τιμητή. Διεκδικεί, όμως, τη στοιχειώδη θεσμική συνέπεια και υπευθυνότητα. Γιατί ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα διοικητικό υπόβαθρο που επιτρέπει την αναπαραγωγή των ίδιων λαθών και την επανάληψη των ίδιων κρίσεων.
Η χώρα βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια καθοριστική επιλογή. Είτε θα συνεχίσει σε ένα μοντέλο που παράγει στρεβλώσεις, μεταθέτει ευθύνες και εκθέτει τη χώρα διεθνώς, είτε θα προχωρήσει με αποφασιστικότητα σε μια ουσιαστική επαναθεμελίωση της αγροτικής πολιτικής και διοίκησης.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική.
Είναι βαθιά πολιτική.
Και δεν μπορεί να καθυστερήσει άλλο.
- Κατηγορία Αγροτικά Νέα
- 0










